20 Σεπτεμβρίου, 2026

Μαυρίκιος: Η ιερή λίμνη και τα εφτά χρώματα της γης — Μέρος Τρίτο

Μετά από δύο μέρες θάλασσα, δελφίνια και λευκή άμμο, η τρίτη μέρα μας πήγε κάπου εντελώς διαφορετικό: στην καρδιά του νησιού. Γιατί ο Μαυρίκιος δεν είναι μόνο ακρογιαλιές· έχει κι ένα εσωτερικό ορεινό τοπίο, ηφαιστειακό, πράσινο, γεμάτο ιστορίες που δεν τις υποψιάζεσαι όσο κάθεσαι σε μια ξαπλώστρα. Φύγαμε νωρίς το πρωί, με προορισμό το κέντρο του νησιού και μια λίμνη που οι Ινδουιστές του Μαυρίκιου θεωρούν εξίσου ιερή με τον Γάγγη.

Πρώτη στάση: ο κρατήρας του Trou aux Cerfs

Λίγο έξω από την πόλη Curepipe, ο οδηγός μας σταμάτησε σε ένα σημείο θέας που δεν το περίμενα καθόλου: έναν ολόκληρο κρατήρα ηφαιστείου, καλυμμένο με πυκνή βλάστηση, με μια μικρή λιμνούλα στον πάτο του. Ο Μαυρίκιος, να θυμίσω, είναι ολόκληρος γέννημα ηφαιστείων που έσβησαν εδώ και χιλιάδες χρόνια — και το Trou aux Cerfs είναι ίσως το πιο εντυπωσιακό αποδεικτικό στοιχείο αυτού του παρελθόντος. Κοιτάξαμε κάτω από την κουπαστή σαν να κοιτούσαμε μέσα σε μια πράσινη χοάνη, με τα πεύκα να κρύβουν σχεδόν εντελώς το νερό στον πάτο.

Ο κρατήρας του Trou aux Cerfs, στο Curepipe — μια ακόμα υπενθύμιση ότι το νησί είναι, στην ουσία του, ένα σβησμένο ηφαίστειο.

Ο δρόμος προς το ιερό βουνό

Από εκεί συνεχίσαμε προς νότο, προς μια περιοχή που ονομάζεται Savanne, στα βουνά. Και πολύ πριν φτάσουμε, τον είδαμε: έναν γιγάντιο μπλε Σίβα να δεσπόζει πάνω από τον δρόμο, τυλιγμένο σχεδόν ολόκληρο σε σκαλωσιές συντήρησης. Έμαθα αργότερα ότι πρόκειται για το άγαλμα «Mangal Mahadev» — 33 μέτρα ύψος, αντίγραφο ενός αγάλματος του Σίβα στη λίμνη Sursagar της Gujarat στην Ινδία, χτισμένο το 2007. Ο αριθμός 33 δεν είναι τυχαίος: αντιστοιχεί σε 108 πόδια, κι ο αριθμός 108 είναι ιερός στον Ινδουισμό. Ακόμα και μισοκρυμμένο πίσω από τις σκαλωσιές, το μέγεθός του σε κάνει να χαμηλώσεις αυτόματα την ταχύτητα του αυτοκινήτου.

Ο «Mangal Mahadev», γιγάντιο άγαλμα του Σίβα ύψους 33 μέτρων, υπό συντήρηση την ημέρα που περάσαμε.

Ganga Talao: η λίμνη που «συνδέεται» με τον Γάγγη

Λίγο παρακάτω, περάσαμε από μια πύλη με το χαρακτηριστικό σύμβολο Om και τη λέξη «Swagatam» — «καλωσόρισμα» — γραμμένη πάνω της. Είχαμε φτάσει στο Grand Bassin, γνωστό και ως Ganga Talao: μια λίμνη μέσα σε κρατήρα ηφαιστείου, στα 550 μέτρα υψόμετρο, που αποτελεί το πιο ιερό σημείο προσκυνήματος για τους Ινδουιστές του Μαυρίκιου.

Η είσοδος στο Ganga Talao. «Swagatam» σημαίνει καλωσόρισμα.

Η ιστορία πίσω από την ιερότητα της λίμνης μου άρεσε πολύ: το 1887, λένε, ένας ιερέας ονόματι Jhummun Giri Gossagne είδε σε όνειρο το νερό της λίμνης να αναβλύζει από τον ίδιο τον Γάγγη. Όταν την επόμενη μέρα επισκέφτηκε το σημείο, το βρήκε ακριβώς όπως το είχε ονειρευτεί. Από τότε, οι Ινδουιστές του νησιού πιστεύουν ότι το νερό αυτής της μικρής λίμνης συνδέεται μυστικά με τα ιερά νερά της Ινδίας — και κάθε χρόνο, τον μήνα Φεβρουάριο ή Μάρτιο, εκατοντάδες χιλιάδες πιστοί περπατούν μέχρι εδώ ξυπόλητοι για τη γιορτή Maha Shivaratri, τη «Μεγάλη Νύχτα του Σίβα».

Το τοπίο γύρω από τη λίμνη είναι γεμάτο κόκκινες σημαίες προσευχής δεμένες σε καλάμια μπαμπού, να ανεμίζουν πάνω από το ήρεμο νερό.

Σημαίες προσευχής στην όχθη της λίμνης — κάθε μία αφημένη εκεί από κάποιον προσκυνητή.

Ψηλά σε έναν λόφο πάνω από το νερό, ένας ροζ ναός με μυτερούς πύργους (τα λεγόμενα «σικχάρα») δεσπόζει στο τοπίο σαν κάτι βγαλμένο από άλλη ήπειρο.

Ο ναός πάνω από τη λίμνη — αρχιτεκτονική κατευθείαν από την Ινδία.

Θεοί και θεές στην όχθη

Γύρω από τη λίμνη, αγάλματα θεοτήτων στέκονται το ένα δίπλα στο άλλο: μια θεά με τέσσερα χέρια και χρυσό στέμμα, τον Σίβα καθισμένο σε στάση διαλογισμού με την τρίαινά του, τον ταύρο Νάντι — τον ιερό συνοδό του Σίβα — στολισμένο με πορτοκαλί ύφασμα, γιρλάντες λουλουδιών και προσφορές μπανάνες.



Θεότητες φυλάνε την όχθη της λίμνης — εδώ μια θεά-μητέρα, εκεί ο ίδιος ο Σίβα.

Ο Νάντι, ο ιερός ταύρος-συνοδός του Σίβα, με φρέσκες προσφορές μπροστά του.

Μπήκαμε και σε έναν από τους μικρότερους ναούς της περιοχής — τον ναό «Eswarnath Shiv Jyotir Lingum», όπως έγραφε η πινακίδα στην είσοδο. Εκεί διαβάσαμε ότι φιλοξενεί το 13ο Jyotirlingam στον κόσμο — τον μοναδικό εκτός Ινδίας. Δεν ξέρω αν το κατάλαβα πλήρως τη στιγμή που το διάβαζα, αλλά ένιωσα τη βαρύτητα της πρότασης.


Η πινακίδα που μας εξήγησε γιατί αυτό το μικρό ναΐδριο έχει τόσο μεγάλη σημασία για τους πιστούς.

Μέσα, σε μια ξυλόγλυπτη νίτσα, δύο θεϊκές μορφές —ντυμένες με κόκκινα και χρυσά υφάσματα, με στέμματα γεμάτα πέτρες— μας κοίταζαν ήρεμα μέσα από το ημίφως.

Στο εσωτερικό του ναού — μια γωνιά φτιαγμένη για σιωπή.

Βγαίνοντας, κάποιος μας σημάδεψε το μέτωπο με το παραδοσιακό κόκκινο tilak. Δεν το περίμενα, αλλά το δέχτηκα με χαρά — ένιωσα ότι ήταν ο πιο ειλικρινής τρόπος για να πω «ευχαριστώ» σε έναν χώρο που δεν μου ανήκε, αλλά με φιλοξένησε.


Με το tilak στο μέτωπο — μια μικρή, απρόσμενη στιγμή σύνδεσης με έναν κόσμο τόσο διαφορετικό από τον δικό μου.

Μια απρόσμενη βουτιά σε έναν παραδοσιακό γάμο

Στη διαδρομή προς το επόμενο σταμάτημά μας, ο οδηγός μάς πήγε σε ένα σπίτι όπου μια οικογένεια ετοίμαζε τα τελετουργικά ενός παραδοσιακού ινδο-μαυρικιανού γάμου. Μουσικοί με παραδοσιακά καπέλα έπαιζαν αρμόνιο και ταμπόρα σε μια γωνιά, ενώ η νύφη, ντυμένη στα χρυσά, καθόταν υπομονετικά στο πάτωμα. Με κάλεσαν να καθίσω δίπλα και μου έβαψαν κι εμένα λίγη χένα στο χέρι — μια μικρή, τυχαία συμμετοχή σε μια τελετή που δεν ήταν καν δική μου, αλλά που για λίγα λεπτά με έκανε να νιώσω κομμάτι της.


Χένα, μουσική και μια νύφη γεμάτη χρυσό — μια στιγμή που δεν είχαμε προγραμματίσει, αλλά που θυμάμαι πιο έντονα κι από πολλά αξιοθέατα.

Τα εφτά χρώματα της γης

Το τελευταίο σταμάτημα της μέρας μας πήγε στο Chamarel, στις περίφημες «Sept Couleurs de la Terre» — τα εφτά χρώματα της γης. Ένα τοπίο από αμμόλοφους σε αποχρώσεις κόκκινου, καφέ, μωβ, κίτρινου και γκρι, το ένα δίπλα στο άλλο σαν κύματα παγωμένα στον χρόνο. Το φαινόμενο οφείλεται στην ηφαιστειακή προέλευση του εδάφους — τα ορυκτά οξειδώνονται με διαφορετικό τρόπο ανάλογα με τη θερμοκρασία στην οποία στερεοποιήθηκε η λάβα, και το αποτέλεσμα είναι αυτό το παράξενο, σχεδόν ζωγραφισμένο τοπίο.


Τα εφτά χρώματα της γης στο Chamarel, όπως φαίνονται από την εξέδρα θέασης.



Το ίδιο τοπίο, από πιο κοντά, με τα βουνά της νότιας πλευράς του νησιού να υψώνονται πίσω του.

Στέκομαι ακόμα και τώρα, γράφοντας αυτές τις γραμμές, να αναρωτιέμαι πώς μπόρεσε μια μέρα να χωρέσει έναν κρατήρα ηφαιστείου, μια ιερή λίμνη, έναν γάμο αγνώστων ανθρώπων και ένα έδαφος βαμμένο σε εφτά χρώματα. Κι όμως, δεν είχαμε τελειώσει ακόμα.

Τελευταία στάση πριν την επιστροφή: ο Βοτανικός Κήπος των Pamplemousses

Το πρόγραμμα μας ήθελε να κλείσουμε τον κύκλο γυρνώντας βόρεια, προς το Trou aux Biches. Κι επειδή η διαδρομή περνούσε ούτως ή άλλως κοντά από εκεί, ο οδηγός μας πρότεινε ένα τελευταίο σταμάτημα πριν το ξενοδοχείο: τον Βοτανικό Κήπο των Pamplemousses — επίσημα «Sir Seewoosagur Ramgoolam Botanical Garden» — τον παλαιότερο βοτανικό κήπο του νότιου ημισφαιρίου, που ιδρύθηκε το 1736 από τον Γάλλο βοτανολόγο Pierre Poivre.

Η πρώτη στάση μέσα στον κήπο ήταν το μικρό κλουβί με τα ελάφια, στη γωνιά που οι ντόπιοι αποκαλούν «Stag Corner». Δεν αντιστάθηκα — τους τάισα από το χέρι μου, με το ζώο να πλησιάζει διστακτικά μέσα από το συρματόπλεγμα.

Στο «Stag Corner» του κήπου, ταΐζοντας ένα από τα ήμερα ελάφια του πάρκου.

Λίγο παρακάτω, ανακαλύψαμε ένα κομμάτι ιστορίας που δεν το περίμενα μέσα σε έναν βοτανικό κήπο: τα ερείπια ενός παλιού μύλου ζάχαρης, από την εποχή που ολόκληρη αυτή η έκταση ήταν φυτεία ζαχαροκάλαμου. Ένα ξύλινο πιεστήριο με μεταλλικούς κυλίνδρους, στημένο πάνω σε μια σκελετωμένη ξύλινη κατασκευή, στεκόταν ακόμα εκεί — σιωπηλός μάρτυρας μιας εποχής πολύ πιο σκληρής απ' όσο δείχνει η γραφικότητά του σήμερα.


Το παλιό πιεστήριο ζαχαροκάλαμου — ό,τι απομένει από τον μύλο ζάχαρης της περιοχής.

Παρακάτω, τέσσερις τεράστιες στρογγυλές γούρνες σε σειρά, κάτω από αχυρένια στέγη — εκεί όπου κάποτε έβραζαν τον χυμό του ζαχαροκάλαμου για να γίνει ζάχαρη.


Οι γούρνες όπου έβραζε κάποτε ο χυμός του ζαχαροκάλαμου.

Στην ταμπέλα με τα κεφαλαία γράμματα «OLD SUGAR MILL» δεν μπόρεσα να αντισταθώ σε μια φωτογραφία — έδειξα προς τα εκεί σαν να ανακοίνωνα κάτι σπουδαίο.


«Old Sugar Mill» — δεν χρειαζόταν παραπάνω λεζάντα από αυτήν την ίδια την πινακίδα.

Οι γιγάντιοι νούφαρα και το τελευταίο λουλούδι της μέρας

Το κομμάτι του κήπου που περίμενα περισσότερο ήταν, όμως, η λιμνούλα με τα γιγάντια νούφαρα του Αμαζονίου, τα Victoria amazonica. Φύλλα διαμέτρου σχεδόν ενός μέτρου, με ανασηκωμένο κόκκινο χείλος γύρω-γύρω σαν μεγάλα πράσινα ταψιά, επιπλέουν στο νερό τόσο σταθερά που φαντάζεσαι πως θα μπορούσες να πατήσεις πάνω τους.


Η λιμνούλα με τα γιγάντια νούφαρα — το πιο φωτογραφημένο σημείο του κήπου, και δικαίως.


Από κοντά, το χείλος του φύλλου θυμίζει σχεδόν ανθρώπινο έργο παρά φυτό.

Έμαθα εκεί ότι τα λουλούδια αυτού του φυτού ανοίγουν λευκά το πρώτο βράδυ και αλλάζουν σταδιακά χρώμα σε ροζ-μοβ τη δεύτερη νύχτα, κάτι που τους έχει χαρίσει το προσωνύμιο «βασίλισσα της νύχτας». Δεν προλάβαμε να δούμε άνθος από κοντά, αλλά λίγο πιο πέρα, σε μια δεύτερη λιμνούλα με λωτούς, ένα μοναχικό λευκό άνθος είχε ανοίξει ακριβώς τη στιγμή που περνούσαμε.


Ένα λευκό λωτός, σχεδόν σαν να μας περίμενε να τον προλάβουμε πριν κλείσει ξανά τα πέταλά του.

Επιστροφή στο Trou aux Biches

Όταν βγήκαμε από τον κήπο, ο ήλιος είχε αρχίσει να χαμηλώνει. Μπήκαμε στο αυτοκίνητο σιωπηλοί —όχι από κούραση μόνο, αλλά από αυτό το είδος της κορεσμένης ηρεμίας που νιώθεις όταν έχεις δει πάρα πολλά μέσα σε λίγες ώρες. Ηφαίστεια, θεοί, νύφες, χρωματιστά χώματα, γίγαντες νούφαρα — όλα μέσα στην ίδια μέρα. Φτάσαμε στο ξενοδοχείο μας στο Trou aux Biches αργά το βράδυ, με τα πόδια μας να έχουν παραδοθεί εδώ και ώρα, αλλά με μια αίσθηση ότι είχαμε δει τον Μαυρίκιο από όλες του τις πλευρές μέσα σε μία και μόνο μέρα.


Κι όμως, το νησί είχε ακόμα κάτι να μας δείξει.

Στο επόμενο μέρος…

(συνεχίζεται...)

— Χριστίνα

Προηγούμενο: Μαυρίκιος - Μέρος Δεύτερο ←

Labels: Μαυρίκιος, Ινδικός Ωκεανός, Grand Bassin, Ganga Talao, Chamarel, Trou aux Cerfs, Pamplemousses, Βοτανικός Κήπος, ημερήσια εκδρομή, εξωτικοί προορισμοί

06 Σεπτεμβρίου, 2026

Μαυρίκιος: Δελφίνια, καταρράκτες και το νησί των ελαφιών - Μέρος Δεύτερο

Μετά την πρώτη μας μέρα στην βόρεια ακτή, στο Trou aux Biches, είχαμε ήδη καταλάβει ότι ο Μαυρίκιος είχε να προσφέρει ακόμα πολλά. Ε λοιπόν, η δεύτερη μεγάλη έξοδός μας ήταν ίσως η πιο γεμάτη σε εικόνες μέρα όλου του ταξιδιού: μια ολοήμερη εκδρομή που μας πήγε από τα δελφίνια της δυτικής ακτής μέχρι έναν καταρράκτη που φτάνεις μόνο με βάρκα, και κατέληξε στο διάσημο Île aux Cerfs.

Πρωινό ραντεβού με τα δελφίνια

Ξεκινήσαμε πολύ νωρίς, γιατί τα δελφίνια στον κόλπο του Tamarin, στη δυτική ακτή, εμφανίζονται συνήθως τις πρώτες πρωινές ώρες και μετά χάνονται στα βαθιά. Το καταμαράν μας, το «Dolphin Discovery», γέμισε γρήγορα με κόσμο που κοιτούσε το νερό με την ίδια αγωνία που είχαμε κι εμείς. Και ξαφνικά, εκεί, δίπλα στο σκάφος, ένα γκρίζο σώμα γλίστρησε στην επιφάνεια σαν να μας καλωσόριζε προσωπικά.

Το καταμαράν «Dolphin Discovery» με επιβάτες και ένα δελφίνι δίπλα στο σκάφος, στον κόλπο του Tamarin, δυτική ακτή Μαυρικίου

Το καταμαράν «Dolphin Discovery» και ένα δελφίνι δίπλα στο σκάφος, στα ανοιχτά του κόλπου του Tamarin.

Δεν χρειάστηκε τίποτα παραπάνω· η μέρα είχε ήδη δικαιώσει το πρωινό μας ξύπνημα.

Πίσω μας, στο βάθος, το Le Morne Brabant, το εμβληματικό βουνό-χερσόνησος της νοτιοδυτικής ακτής — Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO, με μια ιστορία βαριά όσο και η σιλουέτα του, χωμένο ανάμεσα στα πιο γαλαζοπράσινα νερά που έχω δει ποτέ.

Το βουνό Le Morne Brabant όπως φαίνεται από τη θάλασσα, με τη χαρακτηριστική επίπεδη κορυφή του, νοτιοδυτική ακτή Μαυρικίου

Το Le Morne Brabant, όπως φαίνεται από τη θάλασσα, με τη χαρακτηριστική επίπεδη κορυφή του.

Πλέοντας νότια προς τον καταρράκτη

Από εκεί, το ταξίδι συνεχίστηκε νότια και μετά ανατολικά, προς την περιοχή του Grand Port. Είναι από αυτές τις στιγμές που δεν βαριέσαι καθόλου, γιατί η ακτογραμμή του Μαυρίκιου αλλάζει διαρκώς πρόσωπο: άλλοτε βράχια, άλλοτε ατελείωτες αμμουδιές, άλλοτε πυκνά δάση.

Ο προορισμός ήταν ο καταρράκτης του Grand River South East (GRSE) — ο μεγαλύτερος ποταμός του Μαυρίκιου και ένας από τους ελάχιστους καταρράκτες στον κόσμο στους οποίους η πρόσβαση γίνεται αποκλειστικά μέσω του ποταμού, με βάρκα. Μπήκαμε σε ένα στενό, πράσινο κανάλι, με μαγκρόβια δέντρα να κρέμονται πάνω από το νερό και, πίσω από τη βλάστηση, να ξεπροβάλλει ένα βουνό με χαρακτηριστική αιχμηρή σιλουέτα — το τοπικό «Lion Mountain» (Montagne du Lion), που πήρε το όνομά του επειδή θυμίζει κοιμισμένο λιοντάρι.

Η εκβολή του ποταμού Grand River South East με το Lion Mountain να ξεχωρίζει πίσω από τα μαγκρόβια

Η εκβολή του Grand River South East, με το Lion Mountain να διακρίνεται στο βάθος πίσω από τα μαγκρόβια.

Ο καταρράκτης του Grand River South East να πέφτει σε πράσινη λιμνούλα ανάμεσα σε βράχια

Σε λίγο εμφανίστηκε: ο καταρράκτης του Grand River South East να πέφτει σε μια πράσινη λιμνούλα, περιτριγυρισμένος από βράχια. Η ομίχλη που σήκωνε το πέσιμο του νερού έδινε στο τοπίο κάτι σχεδόν μυστικιστικό.

Ο καταρράκτης του Grand River South East μέσα στην ομίχλη που σηκώνει το πέσιμο του νερού, ανάμεσα στους βράχους
Ο καταρράκτης του Grand River South East μέσα στην ομίχλη που σηκώνει το πέσιμο του νερού, ανάμεσα στους βράχους.

Μείναμε αρκετή ώρα εκεί, με τη βάρκα να πλησιάζει όσο πιο κοντά γινόταν, νιώθοντας τις δροσερές σταγόνες στο πρόσωπο μας.

Άφιξη στο Île aux Cerfs

Το απόγευμα μας βρήκε στο Île aux Cerfs, το πιο φωτογραφημένο ίσως νησάκι του Μαυρίκιου, κι εύκολα καταλαβαίνεις γιατί: λευκή άμμος, νερό σε αποχρώσεις του πράσινου και του μπλε που δεν έχουν καν όνομα, και μια ατμόσφαιρα χαλαρή που σε κάνει να ξεχαστείς.

Στην είσοδο μας υποδέχτηκε μια μεγάλη πινακίδα με τον χάρτη του νησιού —εστιατόρια, τουαλέτες, το Sands Bar, το boat house, και φυσικά το σημείο «You are here» που πάντα μου φαίνεται κάπως παράξενο σε ένα τόσο μικρό κομμάτι γης.

Πινακίδα υποδοχής στο Île aux Cerfs με τον χάρτη του νησιού και τα σημεία ενδιαφέροντος

Η πινακίδα υποδοχής στο Île aux Cerfs, με τον χάρτη του νησιού και τα σημεία ενδιαφέροντος.

Λίγα βήματα παρακάτω, κάτω από μια στέγη από φύλλα, μας κοίταζε ένα ζωγραφισμένο dodo πάνω από την ταμπέλα του «Dodo Boutik» — μια υπενθύμιση ότι βρισκόμαστε στο νησί που έδωσε στον κόσμο και έχασε για πάντα αυτό το πουλί.

Ζωγραφισμένη ταμπέλα του καταστήματος «Dodo Boutik» με οικογένεια ντόντο, πάνω σε αχυρένια στέγη, Île aux Cerfs

Η ζωγραφισμένη ταμπέλα του «Dodo Boutik», στολισμένη με μια οικογένεια από ντόντο, πάνω σε  μια αχυρένια στέγη.

Κάναμε μια βόλτα με το σκάφος γύρω από τα ρηχά της περιοχής και σταθήκαμε δίπλα σε έναν μικρό βραχώδη σχηματισμό που ξεπρόβαλλε μόνος του μέσα στη λιμνοθάλασσα, με δυο-τρία κουρελιασμένα από τον αέρα δεντράκια να προσπαθούν να κρατηθούν πάνω του — το γνωστό «Islet Margenie», μια μικρή βραχονησίδα κοντά στο Île aux Cerfs όπου πολλές εκδρομές κάνουν στάση.

Μικρός βραχώδης σχηματισμός μέσα στη λιμνοθάλασσα κοντά στο Île aux Cerfs, γνωστός ως Islet Margenie

Μικρός βραχώδης σχηματισμός μέσα στη λιμνοθάλασσα κοντά στο Île aux Cerfs, το γνωστό ως Islet Margenie.

Έμοιαζε σαν ένα νησάκι σε μινιατούρα, ένα σκηνικό βγαλμένο από παιδικό βιβλίο.

Το τελευταίο βλέμμα

Μια μέρα γεμάτη —δελφίνια, καταρράκτες, τροπικά νησιά και ένα dodo ζωγραφισμένο πάνω σε άχυρο. Ώρα να γυρίσουμε στο ξενοδοχείο μας.... Στο επόμενο μέρος ....

(συνεχίζεται...)

— Χριστίνα

Προηγούμενο: Μαυρίκιος - Μέρος Πρώτο ←

30 Αυγούστου, 2026

Μαυρίκιος: Ο Άγιος που δεν υπήρξε ποτέ - Μέρος Πρώτο

 

Ζευγάρι μπροστά στο βαν μεταφοράς έξω από το αεροδρόμιο του Μαυρίκιου, με τις αποσκευές στη σχάρα

Πρώτα λεπτά στο νησί. Δώδεκα ώρες πτήση, κανένα παράπονο — προς το παρόν.

Όταν ανακοίνωσα στους φίλους μου ότι εκείνο το καλοκαίρι δεν θα κατέβαινα στα νησιά, με κοίταξαν σαν να είχα ανακοινώσει διαζύγιο στον σύζυγό μου. «Έχεις Κυκλάδες σαράντα λεπτά με το αεροπλάνο και πας δώδεκα ώρες πάνω από τον Ινδικό;» Ένας μου το είπε τρεις φορές, με μικρές παραλλαγές, σαν να περίμενε ότι στην τρίτη θα λύγιζα.

Δεν λύγισα. Και όχι, δεν το μετάνιωσα.

Η άφιξη και το πρώτο μάθημα γεωγραφίας

Το βαν μας περίμενε έξω από το αεροδρόμιο, με τη σχάρα φορτωμένη και έναν οδηγό που μας καλωσόρισε λες και μας ήξερε από παλιά. Ο σύζυγός μου, με τα μαύρα του γυαλιά και το γαλάζιο λινό πουκάμισο, είχε ήδη το ύφος ανθρώπου που έχει αποφασίσει να μη ρωτήσει τίποτα για τις επόμενες μέρες.

Το πρώτο πράγμα που κατάλαβα πατώντας το πόδι μου εκεί ήταν ότι ο ελληνικός Αύγουστος και ο μαυρικιανός Αύγουστος δεν έχουν καμία σχέση μεταξύ τους. Είμαστε στο νότιο ημισφαίριο: όσο εμείς λιώναμε στα σαράντα, το νησί διένυε τον δικό του ήπιο χειμώνα. Είκοσι τέσσερις με είκοσι πέντε βαθμούς, ξηρή ατμόσφαιρα, ουρανός που αλλάζει διάθεση τρεις φορές τη μέρα, και άνεμοι να χτυπούν σταθερά τη νοτιοανατολική πλευρά.

Γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο διαλέξαμε τη βόρεια ακτή.

Η πέτρινη πινακίδα του Trou aux Biches Hotel ανάμεσα σε μπουκαμβίλιες, βόρεια ακτή Μαυρίκιου
Trou aux Biches. Το «σπίτι» μας για τις επόμενες μέρες.

Ο άγιος που δεν υπήρξε ποτέ

Ομολογώ ότι μέχρι εκείνο το ταξίδι νόμιζα ότι το νησί οφείλει το όνομά του σε κάποιον άγιο. Λάθος. Το βάφτισαν οι Ολλανδοί το 1598 προς τιμήν του πρίγκιπα Μαυρίκιου του Νασσάου. Καθαρά πολιτική επιλογή.

Οι ίδιοι Ολλανδοί άφησαν και το πιο θλιβερό αποτύπωμά τους: μέσα σε λίγες δεκαετίες εξαφανίστηκε το ντόντο, το πουλί που δεν φοβόταν τίποτα επειδή δεν είχε ποτέ λόγο να φοβηθεί. Σήμερα το βλέπεις παντού — σε μπλουζάκια, σε ταμπέλες, στο εθνόσημο. Ένα ολόκληρο νησί που έχει κάνει σύμβολό του αυτό που έχασε.

Και μια τελευταία λεπτομέρεια που μου έμεινε: ο Μαρκ Τουέιν, περνώντας από εκεί, κατέγραψε τη φράση ενός ντόπιου — ότι ο Θεός έφτιαξε πρώτα τον Μαυρίκιο και μετά τον παράδεισο. Την πρώτη μέρα το θεώρησα υπερβολή. Τις επόμενες το ξανασκέφτηκα.

Trou aux Biches

Το ξενοδοχείο απλώνεται μέσα σε ένα φοινικόδασος, με μονοπάτια που τα διασχίζεις με μικρά ηλεκτρικά αυτοκινητάκια και μπουκαμβίλιες σε τρία χρώματα να σε συνοδεύουν σε κάθε στροφή. Την πρώτη μέρα φόρεσα λευκή παντελόνα, μαύρο τοπ και λευκά μοκασίνια, ανέβηκα στο αμαξάκι και δήλωσα επίσημα ότι δεν έχω καμία πρόθεση να περπατήσω ξανά. Κράτησα τον λόγο μου περίπου μιάμιση μέρα.

Λευκό ηλεκτρικό αμαξάκι στα μονοπάτια του Trou aux Biches, μέσα στο φοινικόδασος

Το επίσημο μεταφορικό μέσο των διακοπών μου.

Η λιμνοθάλασσα

Ολόκληρο το νησί το περιβάλλει ένας τεράστιος κοραλλιογενής ύφαλος. Αυτό σημαίνει ότι ανάμεσα στην ακτή και στο ανοιχτό πέλαγος υπάρχει μια λωρίδα νερού απόλυτα ήρεμη, σε ένα γαλαζοπράσινο που δύσκολα το πιστεύεις. Βλέπεις τη γραμμή του υφάλου στον ορίζοντα, βλέπεις τα κύματα να σπάνε πάνω της, και μπροστά σου το νερό δεν κουνιέται.

Βάρκες με γυάλινο πάτο, ταχύπλοα, καταμαράν, ένα κίτρινο σημαδούρι εδώ κι εκεί. Και ο χρόνος να περνάει αργά.

Λευκή αμμουδιά και γαλαζοπράσινη λιμνοθάλασσα στο Trou aux Biches τον Αύγουστο

Βάρκες και ταχύπλοα αραγμένα στα ρηχά, με ηφαιστειακό βουνό στο βάθος, βόρειος Μαυρίκιος

Με κίτρινο μαγιό στα ήρεμα νερά της λιμνοθάλασσας του Μαυρίκιου

Κίτρινο μαγιό, κίτρινη κορδέλα. Δεν ήταν σύμπτωση.

Μπήκα στο νερό τον Αύγουστο και ήταν πιο δροσερό απ' όσο περίμενα, γύρω στους είκοσι τρεις βαθμούς — πάρα πολύ κρύο για τον σύζυγό μου. Εκεί, ομολογώ, σκέφτηκα για μισό λεπτό τους φίλους μου. 

Μαύρα βράχια, λευκή άμμος

Το πιο όμορφο κοντράστ του νησιού δεν είναι το γαλάζιο. Είναι τα ηφαιστειακά βράχια πάνω στην κατάλευκη άμμο — μαύρα, γκρίζα, με πράσινα φύκια στη βάση τους εκεί που τα φτάνει το κύμα. Ολόκληρος ο Μαυρίκιος είναι ένα ηφαίστειο που έσβησε, και το θυμόμουν κάθε φορά που πατούσα σε αυτές τις πέτρες, θυμίζει λίγο και από Σεϋχέλλες…

Ηφαιστειακά βράχια με πράσινα φύκια πάνω στη λευκή άμμο, ακτή Μαυρίκιου

Ξύλινη προβλήτα στο Trou aux Biches το απόγευμα, με μαύρο μίνι φόρεμα

Απόγευμα στην προβλήτα. Το μαύρο μίνι που ταξιδεύει μαζί μου παντού.

Πισίνα με φοίνικες και ψάθινες ομπρέλες, με θέα στη λιμνοθάλασσα του Ινδικού

Το ηλιοβασίλεμα που έκλεισε τη συζήτηση

Η βόρεια και δυτική ακτή του Μαυρίκιου έχει ένα προνόμιο: κοιτάζει τη δύση. Κάθε απόγευμα, γύρω στις έξι, όλο το ξενοδοχείο άδειαζε προς την παραλία χωρίς να έχει συνεννοηθεί κανείς. Θα δείτε στα επόμενα άρθρα το γιατί....

Ηλιοβασίλεμα πάνω από τον Ινδικό Ωκεανό, με φοίνικα σε σιλουέτα, δυτική ακτή Μαυρίκιου

Έξι και κάτι το απόγευμα. Καμία επεξεργασία, κανένα φίλτρο

Το βράδυ καθόμουν σε εκείνη την άμμο με έναν φοίνικα να γέρνει πάνω από το κεφάλι μου και σκεφτόμουν πώς θα το εξηγήσω στην παρέα μου όταν γυρίσω.

Τελικά δεν το εξήγησα. Έδειξα φωτογραφίες.

Οι Κυκλάδες θα είναι εκεί και του χρόνου — και θα πάω, γιατί δεν συγκρίνονται με τίποτα. Αλλά κάποια ταξίδια δεν τα κάνεις για να αντικαταστήσουν κάτι. Σε δώδεκα ώρες πτήσης χώρεσε ένα νησί που δεν ήξερα κι ένα ηλιοβασίλεμα που δεν ξεχνιέται.

Αυτά ήταν μόνο η αρχή. Η πρώτη ήρεμη ημέρα. Ακολουθούν πολλές ακόμα - διαφορετικές περιπέτειες σ' αυτό το μοναδικό νησί.

Stay tuned

— Χριστίνα

Συνέχεια: Μαυρίκιος - Μέρος Δεύτερο →

22 Μαρτίου, 2026

Αμπού Ντάμπι: Η Ψυχή της Ερήμου — Μέρος Τρίτο και Τελευταίο

Υπάρχουν ταξίδια που τελειώνουν όταν ανοίγεις τη βαλίτσα σου για να ξεμπαλώσεις, και υπάρχουν ταξίδια που δεν τελειώνουν ποτέ πραγματικά — γιατί κάτι από αυτά μένει μέσα σου. Αυτό το ταξίδι ανήκει στη δεύτερη κατηγορία. Και η τελευταία του μέρα ήταν ίσως η πιο εκπληκτική από όλες.

Παραδοσιακός πύργος-φρούριο στην παραλιακή περιοχή του Αμπού Ντάμπι

Πρωινή Βόλτα στην Παραλιακή

Ξεκίνησα την τελευταία πλήρη μέρα μας στο Αμπού Ντάμπι με το αγαπημένο μου all-white λινό σύνολο — λευκό παντελόνι, λευκό πουκάμισο, αθλητικά παπούτσια — το καπέλο μου και τα πορτοκαλί γυαλιά ηλίου που έγιναν το σήμα κατατεθέν αυτού του ταξιδιού. Ήθελα άνεση και ελευθερία — γιατί ήξερα ότι η μέρα θα ήταν γεμάτη.

Η παραλιακή προμενάντ το πρωί έχει μια εντελώς διαφορετική ενέργεια από ό,τι τη νύχτα. Ο ήλιος χτυπούσε στα νερά του κόλπου, οι δίδυμοι πύργοι του ορίζοντα αντικατοπτρίζονταν στη λεία επιφάνεια της θάλασσας, και εγώ ακουμπούσα στην κουπαστή και απολάμβανα εκείνη την ησυχία που μόνο το πρωί μπορεί να σου δώσει. Λίγο παρακάτω, ο λευκός κυκλικός πύργος του Bay View — ένα από τα χαρακτηριστικά σημεία της περιοχής — μου θύμισε μεσαιωνικό φρούριο μεταφερμένο στη σύγχρονη πόλη.

Παραδοσιακό πηγάδι στο Heritage Village του Αμπού Ντάμπι

Το Χωριό της Κληρονομιάς

Από τις πιο συγκινητικές στιγμές όλου του ταξιδιού ήταν η επίσκεψή μας στο Heritage Village — το παραδοσιακό χωριό που διατηρεί ζωντανή την ιστορία και τον πολιτισμό των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων πριν από την εποχή του πετρελαίου.

Μπαίνοντας, σε υποδέχεται μια αυλή με παραδοσιακά κτίρια, πηγάδια και σιντριβάνια φτιαγμένα από πέτρα και κοχύλια. Το νερό κυλούσε αθόρυβα μέσα από πήλινες στάμνες — σαν χρονομηχανή που σε πάει σε μια άλλη εποχή. Σε γωνιές του χωριού, μικρές καμήλες έτρωγαν ήρεμα στο σκιερό μέρος. Στάθηκα δίπλα τους με το ίδιο λευκό μου σύνολο και χαμογέλασα — υπάρχει κάτι απολύτως αφοπλιστικό στην παρουσία μιας καμήλας από κοντά.

Η αυλή με το παραδοσιακό πηγάδι — ξύλινοι πάσσαλοι διασταυρωμένοι, σχοινί και κουβάς — ήταν μια εικόνα που έμοιαζε βγαλμένη από βιβλίο ιστορίας. Και στην παραλία του χωριού, ένα παλαιό ξύλινο dhow — το παραδοσιακό αλιευτικό σκάφος της περιοχής — ήταν αδρανές στην άμμο, με τη σύγχρονη σιλουέτα της πόλης να αχνοφαίνεται στο βάθος. Μια εικόνα που συμπυκνώνει ό,τι είναι το Αμπού Ντάμπι: παρελθόν και παρόν, χέρι-χέρι.

Μέσα στο μουσείο του χωριού, ένα γλυπτό καμήλας από δέρμα πάνω σε πήλινη στάμνη με καλάμια στη ράχη της με σταμάτησε. Απλό, ωμό, αληθινό — πολύ διαφορετικό από τα χρυσά και μαρμάρινα θεάματα των προηγούμενων ημερών, αλλά εξίσου εντυπωσιακό με τον δικό του τρόπο.

Γλυπτό ξίφιας από ανοξείδωτο ατσάλι στο Marina Mall του Αμπού Ντάμπι

Ψώνια, Γεύσεις και Εκπλήξεις

Το μεσημέρι μάς βρήκε στο Marina Mall, όπου μπροστά στην είσοδο δεσπόζει ένα τεράστιο γλυπτό ξιφία από ανοξείδωτο ατσάλι — λαμπερό, αλαζονικό, θαυμάσιο. Το εσωτερικό του mall έκρυβε πολλές εκπλήξεις, ανάμεσά τους ένα σκελετό μαμούθ σε έκθεση που με έκανε να σταματήσω και να ξεχάσω στιγμιαία ότι βρισκόμουν σε εμπορικό κέντρο.

Το γεύμα μας ήταν στο Cipriani Dolci — ένα από τα πιο κομψά εστιατόρια της πόλης, με ξύλινες επιφάνειες, λινές κουρτίνες και εκείνη την ατμόσφαιρα που σε κάνει να νιώθεις ότι βρίσκεσαι στη Βενετία και στο Αμπού Ντάμπι ταυτόχρονα. Κάθισα με τα πορτοκαλί μου γυαλιά, παρήγγειλα και σκέφτηκα: αυτό είναι το είδος της μέρας που θέλεις να μη τελειώσει ποτέ.

Γλυπτό ασημένιο μπουκάλι αρώματος Amouage στο Marina Mall Abu Dhabi

Στο Amouage — τον εμβληματικό οίκο αρωμάτων από το Ομάν που έχει ισχυρή παρουσία στο Αμπού Ντάμπι — ένα τεράστιο γλυπτό ασημένιο μπουκάλι αρώματος κυριαρχούσε στον χώρο μπροστά από μια λαμπερή μπλε οθόνη. Τέχνη, πολυτέλεια και αρώματα — ο τέλειος συνδυασμός.

Ζευγάρι περπατούν στους αμμολόφους της ερήμου στο Αμπού Ντάμπι

Η Έρημος: Η Καρδιά του Ταξιδιού

Και μετά ήρθε η στιγμή που περίμενα περισσότερο από οτιδήποτε άλλο.

Ανεβήκαμε σε ένα Toyota Land Cruiser με μαύρες σημαίες που κυμάτιζαν περήφανα στον αέρα, και ξεκινήσαμε για την έρημο. Ο οδηγός μας έκανε dune bashing — ανεβοκατεβαίνοντας αμμόλοφους με μια ευκολία που εγώ δεν θα είχα ποτέ αν καθόμουν πίσω από το τιμόνι. Γελούσα, αναστέναζα, γελούσα ξανά.

Και μετά, στην κορυφή ενός αμμόλοφου, ο οδηγός σταμάτησε και μας είπε: βγείτε.

Έβγαλα τα παπούτσια μου. Άφησα τα πόδια μου να βυθιστούν στην καυτή, μεταξένια άμμο. Και κάθισα εκεί, στη σιλουέτα ενός δύοντος ήλιου που έβαφε τα πάντα σε χρυσό και πορτοκαλί, με τους αμμόλοφους να απλώνονται άπειροι γύρω μου. Ο σύζυγός μου κάθισε δίπλα μου, μου έπιασε το χέρι, και για λίγα λεπτά δεν μιλήσαμε καθόλου. Δεν χρειαζόταν.

Αυτή η φωτογραφία — εγώ καθιστή στην άμμο με τον ήλιο να δύει πίσω μου — είναι η αγαπημένη μου από όλο το ταξίδι. Δεν χρειάζεται caption. Λέει τα πάντα από μόνη της.

Γυναίκα κρατά ένα γεράκι στην έρημο του Αμπού Ντάμπι κατά τη δύση

Το Στρατόπεδο της Ερήμου

Καθώς ο ουρανός σκούραινε, κατεβήκαμε στο παραδοσιακό Desert Camp — μια αυθεντική βεδουίνικη εμπειρία με χαλιά, μαξιλάρες και την ατμόσφαιρα μιας άλλης εποχής. Κάθισα σταυροπόδι σε μια χρωματιστή μαξιλάρα με παραδοσιακά αραβικά μοτίβα, κοίταξα γύρω μου και ένιωσα μια ηρεμία βαθιά και πραγματική.

Η φωτιά ήταν το κέντρο της βραδιάς. Ανθρώπους από παντού — τουρίστες, τοπικές οικογένειες, παιδιά — τους ένωνε η ζεστασιά της φλόγας. Γονάτισα δίπλα της και άπλωσα τα χέρια μου — όχι από κρύο, αλλά από εκείνη την πρωτόγονη ανάγκη που έχουμε όλοι να πλησιάσουμε τη φωτιά, να νιώσουμε τη ζεστασιά της, να θυμηθούμε ότι κάτι βαθύτατα ανθρώπινο μας ενώνει όλους.

Και μετά άρχισε η παράσταση. Ένας χορευτής ντερβίσης — με φόρεμα που έλαμπε σε ροζ και μπλε, με ταμπούρλα στρογγυλεμένα στο κεφάλι του — άρχισε να στριφογυρίζει. Γρηγορότερα, γρηγορότερα, μέχρι που το φόρεμά του έγινε ένας τροχός φωτός και χρώματος στη νύχτα της ερήμου. Κοίταξα αχανής. Ένιωσα τα μάτια μου να υγραίνονται — όχι από λύπη, αλλά από εκείνη τη σπάνια συγκίνηση που σε πιάνει όταν βλέπεις κάτι αληθινά όμορφο.

Ηλιοβασίλεμα στην παραλία του Αμπού Ντάμπι

Αντίο, Αμπού Ντάμπι

Η τελευταία εικόνα της βραδιάς ήταν τα γράμματα ABU DHABI γραμμένα με φωτιά στην άμμο, με τη σημαία των Εμιράτων να κυματίζει ανάμεσά τους κάτω από έναν βελούδινο νυχτερινό ουρανό. Στάθηκα και κοίταξα για πολλή ώρα εκείνη την εικόνα. Ήταν σαν η πόλη να μου έστελνε έναν τελευταίο χαιρετισμό — θεαματικό, ζεστό, αξέχαστο.

Το Αμπού Ντάμπι είναι μια πόλη που σε εκπλήσσει συνεχώς. Είναι πολυτέλεια και ταπεινοφροσύνη μαζί. Είναι μαρμάρινοι διάδρομοι και αμμόλοφοι της ερήμου. Είναι χρυσός καφές στο Emirates Palace και φωτιά κάτω από τα άστρα. Είναι ένα μέρος που σέβεται το παρελθόν του όσο αγκαλιάζει το μέλλον του — και αυτό, πιστεύω, είναι το μεγαλύτερό του μυστικό.

Φέρνω μαζί μου γεμάτες φωτογραφίες, αναμνήσεις και — ναι — λίγη άμμο στις τσέπες του λευκού μου παντελονιού. Αλλά κυρίως φέρνω μαζί μου την αίσθηση ότι ο κόσμος είναι πολύ μεγάλος, πολύ όμορφος και πολύ γεμάτος για να τον δούμε όλο — και αυτό είναι ο καλύτερος λόγος για να συνεχίζουμε να ταξιδεύουμε.

Ευχαριστώ που με ακολουθήσατε σε αυτό το ταξίδι. Η επόμενη περιπέτεια ήδη σχεδιάζεται.

— Χριστίνα

Προηγούμενο: Αμπού Ντάμπι - Μέρος Δεύτερο ←

16 Μαρτίου, 2026

Αμπού Ντάμπι: Νύχτες, Ψώνια και Εκπλήξεις — Μέρος Δεύτερο

Υπάρχει κάτι εντελώς διαφορετικό στο Αμπού Ντάμπι τη νύχτα. Η πόλη δεν κοιμάται — αντίθετα, ξυπνά με έναν άλλο τρόπο. Τα κτίρια ντύνονται με φώτα, οι σιντριβάνες αλλάζουν χρώμα, και ο ορίζοντας γίνεται ένα ζωντανό σκηνικό που δύσκολα αποχωρίζεσαι.

Νυχτερινός ορίζοντας του Αμπού Ντάμπι με φωτισμένα κτίρια

Βραδινή Βόλτα στην Παραλία

Την πρώτη μας βραδινή εξόρμηση την αφιερώσαμε στην παραλιακή προμενάντ. Φόρεσα ένα λευκό "εθνικ" πουκάμισο με καφέ κεντήματα — ένα από τα αγαπημένα μου για βραδινές βόλτες — πρόσθεσα τον μαργαριταρένιο σταυρό μου και βγήκα έτοιμη να εξερευνήσω. 

Το ξενοδοχείο Fairmont φωτισμένο το βράδυ στο Αμπού Ντάμπι
Το Fairmont φωτιζόταν με μπλε και μωβ, αντικατοπτριζόμενο στο ήρεμο νερό — μια εικόνα που δεν χόρταινα να κοιτώ. Λίγο πιο κάτω, οι σιντριβάνες μπροστά από το Rixos Marina Abu Dhabi έλαμπαν σε έντονο πράσινο, δημιουργώντας ένα θέαμα που έμοιαζε βγαλμένο από παραμύθι. Σταμάτησα και τράβηξα φωτογραφίες για αρκετή ώρα — ο σύζυγός μου με περίμενε με τη γνωστή υπομονή του.

Στη συνέχεια βρεθήκαμε μπροστά στο St. Regis Abu Dhabi — ένα από τα πιο κομψά ξενοδοχεία της πόλης. Δεν μπόρεσα να αντισταθώ στη φωτογραφία με την πινακίδα. Έδειξα το λογότυπο με το δάχτυλο και σκέφτηκα: αυτό είναι το είδος της πόλης που κάνει τα πάντα να φαίνονται σαν ταινία.

Βραδινή στιγμή στο Αμπού Ντάμπι — περίπατος στην προμενάντ

Λίγο παρακάτω, μια μεγάλη οθόνη με τη σημαία των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων να κυματίζει στον νυχτερινό αέρα. Σήκωσα το χέρι μου με ενθουσιασμό — γιατί μερικές στιγμές απλώς πρέπει να τις γιορτάσεις, έστω και μόνη σου μπροστά σε μια οθόνη.

Ηρεμη θάλασσα το βράδυ στο Αμπού Ντάμπι

Η Νύχτα Συνεχίζεται

Το βράδυ μας πήγε σε έναν από τους πιο ονειρεμένους κήπους που έχω δει — μια σειρά από καμάρες ντυμένες με πράσινα φτέρα και φωτισμένες από μέσα, με το Fairmont να λαμπυρίζει στο βάθος πάνω από το νερό. Στάθηκα κάτω από μια από τις καμάρες με τη Gucci μου τσάντα και το λευκό παντελόνι με παγιέτες να λάμπουν κάτω από τον φωτισμό — γιατί αν υπάρχει μέρος για να φορέσεις χρυσές παγιέτες, αυτό είναι το Αμπού Ντάμπι.

Αργότερα βρεθήκαμε σε μια άλλη γωνιά της νυχτερινής πόλης — μπροστά σε μια εκπληκτική διακοσμητική καμάρα με ισλαμικά μοτίβα σε τιρκουάζ και λευκό. Τύλιξα το λευκό μου σάλι γύρω από τους ώμους, και εκεί, σε εκείνο το σκηνικό, ένιωσα ότι η πόλη μου χάριζε μια από τις πιο όμορφες φωτογραφίες του ταξιδιού.

Outfit για ψώνια στο The Galleria Al Maryah Island, Abu Dhabi

The Galleria: Ψώνια με Στυλ

Την επόμενη μέρα, με ένα πιο χαλαρό outfit — φαρδιά λινή παντελόνα σε μπεζ, μαύρη μπλούζα και ένα ριγέ σάλι που έγινε το αγαπημένο μου αξεσουάρ αυτού του ταξιδιού — κατευθυνθήκαμε στο The Galleria Al Maryah Island, το πιο πολυτελές εμπορικό κέντρο της πόλης.

Να πω την αλήθεια: δεν ήμουν σίγουρη αν ήθελα να μπω. Φοβόμουν ότι δεν θα έβγαινα εύκολα. Και είχα δίκιο.

Chanel, Burberry, Louis Vuitton — το ένα brand μετά το άλλο, σαν να είχαν μαζευτεί όλοι οι μεγάλοι οίκοι μόδας σε έναν χώρο για να με βασανίσουν με την ομορφιά τους. Σταμάτησα μπροστά στην κάθε βιτρίνα, τράβηξα φωτογραφία, και προχώρησα — μερικές φορές με τα χέρια στις τσέπες για ασφάλεια. Ο σύζυγός μου και εγώ κάναμε ένα mirror selfie σε έναν από τους καθρέφτες του εμπορικού — εκείνος με μαύρο κοστούμι, εγώ με το λινό μου ντύσιμο — και σκέφτηκα ότι ταιριάζαμε απόλυτα με τον χώρο.

Φωτογραφία μπροστά στο Burberry στο The Galleria, Abu Dhabi
Κατάστημα Louis Vuitton στο The Galleria, Abu Dhabi
Δείπνο στο 99 Sushi Bar

Εκείνο το βράδυ είχαμε κάτι πολύ ιδιαίτερο να προσβλέπουμε: δείπνο στο 99 Sushi Bar & Restaurant, ένα εστιατόριο με αστέρι Michelin που βρίσκεται στο κέντρο της πόλης. Στάθηκα στην είσοδο — το χαλί με το λογότυπο, οι χρυσοί πολυέλαιοι, τα φοινικόδεντρα — και σκέφτηκα ότι αυτό είναι ακριβώς το είδος της βραδιάς που αξίζει ένα ιδιαίτερο outfit. Το λινό μου σύνολο με το ριγέ σάλι έκανε την τελευταία του εμφάνιση εκείνο το βράδυ — και το έκανε με αξιοπρέπεια.

Είσοδος του 99 Sushi Bar & Restaurant στο Αμπού Ντάμπι

Emirates Palace: Ο Καφές με Χρυσό

Δεν θα μπορούσα να φύγω από το Αμπού Ντάμπι χωρίς να επισκεφτώ το Emirates Palace — το εμβληματικό ροζ παλάτι που δεσπόζει στην ακτογραμμή της πόλης σαν κάτι βγαλμένο από τις Χίλιες και Μία Νύχτες. Φόρεσα ένα λευκό δαντελένιο πουκάμισο με λουλούδια, τη σκούρα πράσινη μου λινή παντελόνα, τα Dior σανδάλια μου και τα πορτοκαλί γυαλιά ηλίου — η πιο χαρούμενη εκδοχή του εαυτού μου.

Μπροστά από την κεντρική είσοδο, χρυσά γράμματα σχηματίζουν το hashtag του ξενοδοχείου — το τέλειο φόντο για φωτογραφία. Μπήκα μέσα και κάθισα κάτω από ένα τεράστιο τεχνητό δέντρο με ροζ φύλλα στο εσπρεσάρι του παλατιού — ένας χώρος τόσο εκπληκτικός που αναρωτιόμουν αν ήμουν σε ξενοδοχείο ή σε μουσείο τέχνης.

Και μετά ήρθε ο καφές. Ένα cappuccino διακοσμημένο με χρυσά φύλλα — κυριολεκτικά φύλλα χρυσού — πάνω στον αφρό. Το φωτογράφισα πριν τολμήσω να το πιω. Στο Αμπού Ντάμπι, ακόμα και ο πρωινός σου καφές είναι μια δήλωση贴.

Λεπτομέρεια σκεύη στο εσπρεσάριο του Emirates Palace, Abu Dhabi

Yas Island: Ferrari World και Al Fanar

Η τελευταία μας μεγάλη εξόρμηση μάς πήγε στο Yas Island — το νησί της ψυχαγωγίας και των εμπειριών. Φόρεσα ένα από τα αγαπημένα μου κιμονό-σάλι σε λευκό με μαύρα και πορτοκαλί μοτίβα — ανάλαφρο, εφαρμοστό και αρκετά εντυπωσιακό για το θέαμα που μας περίμενε.

Πινακίδα Ferrari World Yas Island, Abu Dhabi

Το Ferrari World είναι ένα από εκείνα τα μέρη που δεν ξέρεις αν είσαι σε λούνα παρκ, σε μουσείο ή σε ναό αφιερωμένο στην ταχύτητα. Η κόκκινη καμπύλη στην είσοδο, το καρό πάτωμα, το logo που σε κοιτάει από παντού — σταμάτησα, χαμογέλασα και αναρωτήθηκα αν η Formula 1 τρέχει στο αίμα μου ή αν απλώς με αρέσουν πολύ τα κόκκινα αυτοκίνητα. Μάλλον το δεύτερο.

Διακόσμηση με καμήλα και vintage Land Rover στο Al Fanar εστιατόριο, Abu Dhabi

Στο Al Fanar, ένα εστιατόριο με θέμα την παραδοσιακή αραβική κουλτούρα, βρέθηκα δίπλα σε ένα αληθινά χαριτωμένο σκηνικό: ένα ομοίωμα καμήλας, ένας μικρός Βεδουίνος με πινακίδα ALFANAR και ένα vintage μπλε Land Rover. Έδειξα τον Βεδουίνο με ενθουσιασμό και γέλασα — γιατί αυτό ακριβώς είναι το ταξίδι: οι στιγμές που δεν περιμένεις και σε κάνουν να χαμογελάς αυθόρμητα.

Το Αμπού Ντάμπι είναι μια πόλη που ξέρει πώς να σε εκπλήσσει — με πολυτέλεια, με ομορφιά, με χιούμορ και με ζεστασιά. Κάθε γωνιά κρύβει κάτι καινούργιο, κάθε βράδυ φέρνει μια νέα εικόνα που θέλεις να κρατήσεις για πάντα.

Η ιστορία μας συνεχίζεται — μείνετε συντονισμένοι.

— Χριστίνα

Προηγούμενο: Αμπού Ντάμπι - Μέρος Πρώτο ←

Συνέχεια: Αμπού Ντάμπι - Μέρος Τρίτο →