Μετά από δύο μέρες θάλασσα, δελφίνια και λευκή άμμο, η τρίτη μέρα μας πήγε κάπου εντελώς διαφορετικό: στην καρδιά του νησιού. Γιατί ο Μαυρίκιος δεν είναι μόνο ακρογιαλιές· έχει κι ένα εσωτερικό ορεινό τοπίο, ηφαιστειακό, πράσινο, γεμάτο ιστορίες που δεν τις υποψιάζεσαι όσο κάθεσαι σε μια ξαπλώστρα. Φύγαμε νωρίς το πρωί, με προορισμό το κέντρο του νησιού και μια λίμνη που οι Ινδουιστές του Μαυρίκιου θεωρούν εξίσου ιερή με τον Γάγγη.
Πρώτη στάση: ο κρατήρας του Trou aux Cerfs
Λίγο έξω από την πόλη Curepipe, ο οδηγός μας σταμάτησε σε ένα σημείο θέας που δεν το περίμενα καθόλου: έναν ολόκληρο κρατήρα ηφαιστείου, καλυμμένο με πυκνή βλάστηση, με μια μικρή λιμνούλα στον πάτο του. Ο Μαυρίκιος, να θυμίσω, είναι ολόκληρος γέννημα ηφαιστείων που έσβησαν εδώ και χιλιάδες χρόνια — και το Trou aux Cerfs είναι ίσως το πιο εντυπωσιακό αποδεικτικό στοιχείο αυτού του παρελθόντος. Κοιτάξαμε κάτω από την κουπαστή σαν να κοιτούσαμε μέσα σε μια πράσινη χοάνη, με τα πεύκα να κρύβουν σχεδόν εντελώς το νερό στον πάτο.
Ο κρατήρας του Trou aux Cerfs, στο Curepipe — μια ακόμα υπενθύμιση ότι το νησί είναι, στην ουσία του, ένα σβησμένο ηφαίστειο.
Ο δρόμος προς το ιερό βουνό
Από εκεί συνεχίσαμε προς νότο, προς μια περιοχή που ονομάζεται Savanne, στα βουνά. Και πολύ πριν φτάσουμε, τον είδαμε: έναν γιγάντιο μπλε Σίβα να δεσπόζει πάνω από τον δρόμο, τυλιγμένο σχεδόν ολόκληρο σε σκαλωσιές συντήρησης. Έμαθα αργότερα ότι πρόκειται για το άγαλμα «Mangal Mahadev» — 33 μέτρα ύψος, αντίγραφο ενός αγάλματος του Σίβα στη λίμνη Sursagar της Gujarat στην Ινδία, χτισμένο το 2007. Ο αριθμός 33 δεν είναι τυχαίος: αντιστοιχεί σε 108 πόδια, κι ο αριθμός 108 είναι ιερός στον Ινδουισμό. Ακόμα και μισοκρυμμένο πίσω από τις σκαλωσιές, το μέγεθός του σε κάνει να χαμηλώσεις αυτόματα την ταχύτητα του αυτοκινήτου.
Ο «Mangal Mahadev», γιγάντιο άγαλμα του Σίβα ύψους 33 μέτρων, υπό συντήρηση την ημέρα που περάσαμε.
Ganga Talao: η λίμνη που «συνδέεται» με τον Γάγγη
Λίγο παρακάτω, περάσαμε από μια πύλη με το χαρακτηριστικό σύμβολο Om και τη λέξη «Swagatam» — «καλωσόρισμα» — γραμμένη πάνω της. Είχαμε φτάσει στο Grand Bassin, γνωστό και ως Ganga Talao: μια λίμνη μέσα σε κρατήρα ηφαιστείου, στα 550 μέτρα υψόμετρο, που αποτελεί το πιο ιερό σημείο προσκυνήματος για τους Ινδουιστές του Μαυρίκιου.
Η είσοδος στο Ganga Talao. «Swagatam» σημαίνει καλωσόρισμα.
Η ιστορία πίσω από την ιερότητα της λίμνης μου άρεσε πολύ: το 1887, λένε, ένας ιερέας ονόματι Jhummun Giri Gossagne είδε σε όνειρο το νερό της λίμνης να αναβλύζει από τον ίδιο τον Γάγγη. Όταν την επόμενη μέρα επισκέφτηκε το σημείο, το βρήκε ακριβώς όπως το είχε ονειρευτεί. Από τότε, οι Ινδουιστές του νησιού πιστεύουν ότι το νερό αυτής της μικρής λίμνης συνδέεται μυστικά με τα ιερά νερά της Ινδίας — και κάθε χρόνο, τον μήνα Φεβρουάριο ή Μάρτιο, εκατοντάδες χιλιάδες πιστοί περπατούν μέχρι εδώ ξυπόλητοι για τη γιορτή Maha Shivaratri, τη «Μεγάλη Νύχτα του Σίβα».
Το τοπίο γύρω από τη λίμνη είναι γεμάτο κόκκινες σημαίες προσευχής δεμένες σε καλάμια μπαμπού, να ανεμίζουν πάνω από το ήρεμο νερό.
Σημαίες προσευχής στην όχθη της λίμνης — κάθε μία αφημένη εκεί από κάποιον προσκυνητή.
Ψηλά σε έναν λόφο πάνω από το νερό, ένας ροζ ναός με μυτερούς πύργους (τα λεγόμενα «σικχάρα») δεσπόζει στο τοπίο σαν κάτι βγαλμένο από άλλη ήπειρο.
Ο ναός πάνω από τη λίμνη — αρχιτεκτονική κατευθείαν από την Ινδία.
Θεοί και θεές στην όχθη
Γύρω από τη λίμνη, αγάλματα θεοτήτων στέκονται το ένα δίπλα στο άλλο: μια θεά με τέσσερα χέρια και χρυσό στέμμα, τον Σίβα καθισμένο σε στάση διαλογισμού με την τρίαινά του, τον ταύρο Νάντι — τον ιερό συνοδό του Σίβα — στολισμένο με πορτοκαλί ύφασμα, γιρλάντες λουλουδιών και προσφορές μπανάνες.
Θεότητες φυλάνε την όχθη της λίμνης — εδώ μια θεά-μητέρα, εκεί ο ίδιος ο Σίβα.
Ο Νάντι, ο ιερός ταύρος-συνοδός του Σίβα, με φρέσκες προσφορές μπροστά του.
Μπήκαμε και σε έναν από τους μικρότερους ναούς της περιοχής — τον ναό «Eswarnath Shiv Jyotir Lingum», όπως έγραφε η πινακίδα στην είσοδο. Εκεί διαβάσαμε ότι φιλοξενεί το 13ο Jyotirlingam στον κόσμο — τον μοναδικό εκτός Ινδίας. Δεν ξέρω αν το κατάλαβα πλήρως τη στιγμή που το διάβαζα, αλλά ένιωσα τη βαρύτητα της πρότασης.
Η πινακίδα που μας εξήγησε γιατί αυτό το μικρό ναΐδριο έχει τόσο μεγάλη σημασία για τους πιστούς.
Μέσα, σε μια ξυλόγλυπτη νίτσα, δύο θεϊκές μορφές —ντυμένες με κόκκινα και χρυσά υφάσματα, με στέμματα γεμάτα πέτρες— μας κοίταζαν ήρεμα μέσα από το ημίφως.
Στο εσωτερικό του ναού — μια γωνιά φτιαγμένη για σιωπή.
Βγαίνοντας, κάποιος μας σημάδεψε το μέτωπο με το παραδοσιακό κόκκινο tilak. Δεν το περίμενα, αλλά το δέχτηκα με χαρά — ένιωσα ότι ήταν ο πιο ειλικρινής τρόπος για να πω «ευχαριστώ» σε έναν χώρο που δεν μου ανήκε, αλλά με φιλοξένησε.
Με το tilak στο μέτωπο — μια μικρή, απρόσμενη στιγμή σύνδεσης με έναν κόσμο τόσο διαφορετικό από τον δικό μου.
Μια απρόσμενη βουτιά σε έναν παραδοσιακό γάμο
Στη διαδρομή προς το επόμενο σταμάτημά μας, ο οδηγός μάς πήγε σε ένα σπίτι όπου μια οικογένεια ετοίμαζε τα τελετουργικά ενός παραδοσιακού ινδο-μαυρικιανού γάμου. Μουσικοί με παραδοσιακά καπέλα έπαιζαν αρμόνιο και ταμπόρα σε μια γωνιά, ενώ η νύφη, ντυμένη στα χρυσά, καθόταν υπομονετικά στο πάτωμα. Με κάλεσαν να καθίσω δίπλα και μου έβαψαν κι εμένα λίγη χένα στο χέρι — μια μικρή, τυχαία συμμετοχή σε μια τελετή που δεν ήταν καν δική μου, αλλά που για λίγα λεπτά με έκανε να νιώσω κομμάτι της.
Χένα, μουσική και μια νύφη γεμάτη χρυσό — μια στιγμή που δεν είχαμε προγραμματίσει, αλλά που θυμάμαι πιο έντονα κι από πολλά αξιοθέατα.
Τα εφτά χρώματα της γης
Το τελευταίο σταμάτημα της μέρας μας πήγε στο Chamarel, στις περίφημες «Sept Couleurs de la Terre» — τα εφτά χρώματα της γης. Ένα τοπίο από αμμόλοφους σε αποχρώσεις κόκκινου, καφέ, μωβ, κίτρινου και γκρι, το ένα δίπλα στο άλλο σαν κύματα παγωμένα στον χρόνο. Το φαινόμενο οφείλεται στην ηφαιστειακή προέλευση του εδάφους — τα ορυκτά οξειδώνονται με διαφορετικό τρόπο ανάλογα με τη θερμοκρασία στην οποία στερεοποιήθηκε η λάβα, και το αποτέλεσμα είναι αυτό το παράξενο, σχεδόν ζωγραφισμένο τοπίο.
Τα εφτά χρώματα της γης στο Chamarel, όπως φαίνονται από την εξέδρα θέασης.
Το ίδιο τοπίο, από πιο κοντά, με τα βουνά της νότιας πλευράς του νησιού να υψώνονται πίσω του.
Στέκομαι ακόμα και τώρα, γράφοντας αυτές τις γραμμές, να αναρωτιέμαι πώς μπόρεσε μια μέρα να χωρέσει έναν κρατήρα ηφαιστείου, μια ιερή λίμνη, έναν γάμο αγνώστων ανθρώπων και ένα έδαφος βαμμένο σε εφτά χρώματα. Κι όμως, δεν είχαμε τελειώσει ακόμα.
Τελευταία στάση πριν την επιστροφή: ο Βοτανικός Κήπος των Pamplemousses
Το πρόγραμμα μας ήθελε να κλείσουμε τον κύκλο γυρνώντας βόρεια, προς το Trou aux Biches. Κι επειδή η διαδρομή περνούσε ούτως ή άλλως κοντά από εκεί, ο οδηγός μας πρότεινε ένα τελευταίο σταμάτημα πριν το ξενοδοχείο: τον Βοτανικό Κήπο των Pamplemousses — επίσημα «Sir Seewoosagur Ramgoolam Botanical Garden» — τον παλαιότερο βοτανικό κήπο του νότιου ημισφαιρίου, που ιδρύθηκε το 1736 από τον Γάλλο βοτανολόγο Pierre Poivre.
Η πρώτη στάση μέσα στον κήπο ήταν το μικρό κλουβί με τα ελάφια, στη γωνιά που οι ντόπιοι αποκαλούν «Stag Corner». Δεν αντιστάθηκα — τους τάισα από το χέρι μου, με το ζώο να πλησιάζει διστακτικά μέσα από το συρματόπλεγμα.
Στο «Stag Corner» του κήπου, ταΐζοντας ένα από τα ήμερα ελάφια του πάρκου.
Λίγο παρακάτω, ανακαλύψαμε ένα κομμάτι ιστορίας που δεν το περίμενα μέσα σε έναν βοτανικό κήπο: τα ερείπια ενός παλιού μύλου ζάχαρης, από την εποχή που ολόκληρη αυτή η έκταση ήταν φυτεία ζαχαροκάλαμου. Ένα ξύλινο πιεστήριο με μεταλλικούς κυλίνδρους, στημένο πάνω σε μια σκελετωμένη ξύλινη κατασκευή, στεκόταν ακόμα εκεί — σιωπηλός μάρτυρας μιας εποχής πολύ πιο σκληρής απ' όσο δείχνει η γραφικότητά του σήμερα.
Το παλιό πιεστήριο ζαχαροκάλαμου — ό,τι απομένει από τον μύλο ζάχαρης της περιοχής.
Παρακάτω, τέσσερις τεράστιες στρογγυλές γούρνες σε σειρά, κάτω από αχυρένια στέγη — εκεί όπου κάποτε έβραζαν τον χυμό του ζαχαροκάλαμου για να γίνει ζάχαρη.
Οι γούρνες όπου έβραζε κάποτε ο χυμός του ζαχαροκάλαμου.
Στην ταμπέλα με τα κεφαλαία γράμματα «OLD SUGAR MILL» δεν μπόρεσα να αντισταθώ σε μια φωτογραφία — έδειξα προς τα εκεί σαν να ανακοίνωνα κάτι σπουδαίο.
«Old Sugar Mill» — δεν χρειαζόταν παραπάνω λεζάντα από αυτήν την ίδια την πινακίδα.
Οι γιγάντιοι νούφαρα και το τελευταίο λουλούδι της μέρας
Το κομμάτι του κήπου που περίμενα περισσότερο ήταν, όμως, η λιμνούλα με τα γιγάντια νούφαρα του Αμαζονίου, τα Victoria amazonica. Φύλλα διαμέτρου σχεδόν ενός μέτρου, με ανασηκωμένο κόκκινο χείλος γύρω-γύρω σαν μεγάλα πράσινα ταψιά, επιπλέουν στο νερό τόσο σταθερά που φαντάζεσαι πως θα μπορούσες να πατήσεις πάνω τους.
Η λιμνούλα με τα γιγάντια νούφαρα — το πιο φωτογραφημένο σημείο του κήπου, και δικαίως.
Από κοντά, το χείλος του φύλλου θυμίζει σχεδόν ανθρώπινο έργο παρά φυτό.
Έμαθα εκεί ότι τα λουλούδια αυτού του φυτού ανοίγουν λευκά το πρώτο βράδυ και αλλάζουν σταδιακά χρώμα σε ροζ-μοβ τη δεύτερη νύχτα, κάτι που τους έχει χαρίσει το προσωνύμιο «βασίλισσα της νύχτας». Δεν προλάβαμε να δούμε άνθος από κοντά, αλλά λίγο πιο πέρα, σε μια δεύτερη λιμνούλα με λωτούς, ένα μοναχικό λευκό άνθος είχε ανοίξει ακριβώς τη στιγμή που περνούσαμε.
Ένα λευκό λωτός, σχεδόν σαν να μας περίμενε να τον προλάβουμε πριν κλείσει ξανά τα πέταλά του.
Επιστροφή στο Trou aux Biches
Όταν βγήκαμε από τον κήπο, ο ήλιος είχε αρχίσει να χαμηλώνει. Μπήκαμε στο αυτοκίνητο σιωπηλοί —όχι από κούραση μόνο, αλλά από αυτό το είδος της κορεσμένης ηρεμίας που νιώθεις όταν έχεις δει πάρα πολλά μέσα σε λίγες ώρες. Ηφαίστεια, θεοί, νύφες, χρωματιστά χώματα, γίγαντες νούφαρα — όλα μέσα στην ίδια μέρα. Φτάσαμε στο ξενοδοχείο μας στο Trou aux Biches αργά το βράδυ, με τα πόδια μας να έχουν παραδοθεί εδώ και ώρα, αλλά με μια αίσθηση ότι είχαμε δει τον Μαυρίκιο από όλες του τις πλευρές μέσα σε μία και μόνο μέρα.
Κι όμως, το νησί είχε ακόμα κάτι να μας δείξει.
Στο επόμενο μέρος…
(συνεχίζεται...)
— Χριστίνα
Προηγούμενο: Μαυρίκιος - Μέρος Δεύτερο ←
Labels: Μαυρίκιος, Ινδικός Ωκεανός, Grand Bassin, Ganga Talao, Chamarel, Trou aux Cerfs, Pamplemousses, Βοτανικός Κήπος, ημερήσια εκδρομή, εξωτικοί προορισμοί





